βοόστασις

βοό-στᾰσις, εως, ,
A = βούστασις, Call.Del.102.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοόστασις — βοόστασις, η (Α) βούστασις, στάβλος …   Dictionary of Greek

  • βοόστασις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοοστασίων — βοόστασις fem gen pl (epic doric ionic aeolic) βοοστάσιον neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοόστασιν — βοόστασις fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.